Translation of "dated" into Greek

παλαιός, παλιός, απαρχαιωμένος are the top translations of "dated" into Greek.

dated adjective verb grammar

Marked with a date. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • παλαιός

    adjective

    The oldest orders date back to the end of the 19th century.

    Τα παλαιότερα δελτία παραγγελίας ανάγονται στα τέλη του 19ου αιώνα.

  • παλιός

    adjective masculine

    Yes, I rather fear this map a wee out of date

    Ναι, φοβούμουν πως ο χάρτης αυτός, θα ήταν παλιός

  • απαρχαιωμένος

    adjective masculine

    Also, to them its moral code was out of date.

    Γι’ αυτούς επίσης ο ηθικός της κώδικας ήταν απαρχαιωμένος.

  • Less frequent translations

    • ξεπερασμένος
    • παλιομοδίτικος
    • παρωχημένος
    • χρονολογημένος, με ημερομηνία
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "dated" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "dated" with translations into Greek

  • Ενημερωμένος, σύγχρονος
  • Επιβεβαιωμένη ημερομηνία παράδοσης
  • Χουρμάς · έχω σχέσεις με κπ · ανάγω · βγαίνω ραντεβού με κπ · βλέπομαι · βλέπω · γκόμενα, γκόμενος · γνωριζόμαστε · διάρκεια · διατηρώ δεσμό · ερωτικό ραντεβού · ημερομηνία · κατατάσσω χρονικά · κλείνω ραντεβού · ραντεβού · συνάντηση · συνέντευξη · τα έχω με κπ · τοποθετώ, -τούμαι χρονικά · φίλος · φιλενάδα · χουρμάς · χουρμαδιά · χουρμαδια · χρονολογία · χρονολογούμαι · χρονολογώ
  • Ενημερωμένος
  • Χουρμάς
Add

Translations of "dated" into Greek in sentences, translation memory