Translation of "dazzled" into Greek

θαμπωμένος is the translation of "dazzled" into Greek.

dazzled adjective verb

Simple past tense and past participle of dazzle. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • θαμπωμένος

    I was dazzled seeing so many semi-naked women.

    Ήμουν θαμπωμένος βλέποντας τόσες ημίγυμνες γυναίκες.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "dazzled" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "dazzled" with translations into Greek

  • εκθαμβωτικός
  • εντυπωσιακός · εντυπωσιασμός · μουράτος · σαματάς · φανταχτερός · φαντεζί · φανφάρες και τυμπανοκρουσίες · φιγουρατζίδικος
  • θάμβος
  • ζάλη · θάμβος · θάμπος · θάμπωμα · θαμβώνω · θαμπώνω · παραζάλη · τυφλώνω
  • εκθαμβωτικός
  • εκθαμβωτικός
  • ζάλη · θάμβος · θάμπος · θάμπωμα · θαμβώνω · θαμπώνω · παραζάλη · τυφλώνω
  • εντυπωσιακός · εντυπωσιασμός · μουράτος · σαματάς · φανταχτερός · φαντεζί · φανφάρες και τυμπανοκρουσίες · φιγουρατζίδικος
Add

Translations of "dazzled" into Greek in sentences, translation memory