Translation of "deadness" into Greek
απονέκρωση, (απο)νέκρωση are the top translations of "deadness" into Greek.
deadness
noun
grammar
The state of not being alive. Having the property of lifelessness, as if dead. [..]
-
απονέκρωση
Nouncan lead to actual deadness,
μπορεί να οδηγήσει σε πραγματική απονέκρωση
-
(απο)νέκρωση
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "deadness" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "deadness" with translations into Greek
-
νεκρό σημείο
-
άγονος · άζωος · άψυχος · αδιάφορος · αδρανής · ακίνητος · ακριβής · ακριβώς · ανέκφραστος · αναίσθητος · ανενεργός · αντιπαραγωγικός · απλανής · αποκομμένος · απολύτως · απόλυτος · απότομα · απότομος · ασυγκίνητος · εκτός λειτουργίας · εκτός μάχης · εξέπνευσε · εξαντλημένος · εύστοχος · ζημιογόνος · θάνατος · κατευθείαν · μακαρίτης · μακαρίτικος · μαραμένος · ματ (χρώμα) · μεσο-(+ουσ.) · μπαγιάτικος · νεκροί · νεκρωμένο · νεκρός · ξεθυμασμένο (ποτό) · ξεκομμένος · ξερός · ξεφούσκωτος · ξεψυχισμένος · πεθαμένος · πτώμα · σβησμένος · στάσιμος · τέζα · υπέκυψε · φάτσα · ψόφιος
-
πέφτω κάτω τέζα
-
Αιγυπτιακή Βίβλος των Νεκρών
Add example
Add