Translation of "deafness" into Greek
κώφωση, κωφότητα, Κώφωση are the top translations of "deafness" into Greek.
deafness
noun
grammar
The condition of being deaf; the lack or loss of the ability to hear. [..]
-
κώφωση
noun femininecondition of being deaf [..]
He thought his deafness would be a handicap.
Πίστευε ότι η κώφωση του, θα ήταν ένα μειονέκτημα.
-
κωφότητα
noun femininecondition of being deaf
I telephoned him recently. He was arrogant and my request fell on deaf ears.
Πρόσφατα του τηλεφώνησα, και το αποτέλεσμα ήταν μόνον αλαζονία και κωφότητα.
-
Κώφωση
partial or total inability to hear
He thought his deafness would be a handicap.
Πίστευε ότι η κώφωση του, θα ήταν ένα μειονέκτημα.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "deafness" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "deafness" with translations into Greek
-
κάνω την πάπια
-
τηλεφωνική συσκευή για κωφούς
-
αδιάφορος · κουφός · κωφός
-
κωφάλαλος
-
είμαι κουφή · είμαι κουφός
-
ανίκανος να διακρίνει τους μουσικούς ήχους · ανυποψίαστος · εκτός πραγματικότητας · κακόφωνος · κουφός μουσικά · παράτονος · που δεν έχει μουσικό αφτί · χωρίς επίγνωση · χωρίς μουσική αντίληψη · χωρίς να αντιλαμβάνεται
-
Συσκευή τηλεπικοινωνιών για κουφούς
-
θεόκουφος
Add example
Add