Translation of "debut" into Greek
ντεμπούτο, πρεμιέρα, έναρξη are the top translations of "debut" into Greek.
debut
verb
noun
grammar
(chiefly of public perfomers) A person’s or thing’s first appearance before society or another audience; one’s “maiden voyage”. [..]
-
ντεμπούτο
noun, συνήθ. στον εν. adj.Η πρώτη δημόσια εμφάνιση κάποιου, συνήθως καλλιτέχνη, συγγραφέα, αθλητή κτλ., στον επαγγελματικό του χώρο. - Χρήσεις: θεατρικό/ κινηματογραφικό/ σκηνοθετικό ντεμπούτο | Αυτή η ποιητική συλλογή αποτελεί το λογοτεχνικό του ντεμπούτο. [ΜΗΛΝΕΓ] [..]
Edith, you'll never get a man to propose to you if you don't have a debut.
Edith, δεν θα βρείς ποτέ έναν άντρα να σου κάνει πρόταση γάμου, αν δεν κάνεις το ντεμπούτο σου.
-
πρεμιέρα
noun -
έναρξη
καριέρας, κυκλοφορίας, λειτουργίας
-
Less frequent translations
- ντεμπουτάρω
- κάνω πρεμιέρα
- κυκλοφορώ
- λανσάρω
- πρώτη εμφάνιση
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "debut" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "debut" with translations into Greek
-
κάνω πρεμιέρα · κάνω την εμφάνισή μου · ντεμπουτάρω · πρωτοεμφανίζομαι · πρωτοκυκλοφορώ
-
πρωτοεμφανιζόμενος
-
πρωτοεμφανιζόμενος
Add example
Add