Translation of "decided" into Greek
αποφασιστικός, δυναμικός, αναμφισβήτητος are the top translations of "decided" into Greek.
decided
adjective
verb
grammar
Simple past tense and past participle of decide. [..]
-
αποφασιστικός
adjectiveOil will undoubtedly be one of the deciding factors of this war.
Αναμφίβολα το πετρέλαιο θα είναι αποφασιστικός παράγων του πολέμου.
-
δυναμικός
adjectiveInclined to assert oneself.
Decide on measures to increase the treatment capacity in the municipal health services and hospitals.
Αποφασίζουν τα μέτρα για την αύξηση του θεραπευτικού δυναμικού των δημοτικών υπηρεσιών υγείας και των νοσοκομείων.
-
αναμφισβήτητος
Adjective
-
Less frequent translations
- αποφασισμένος
- ξεκάθαρος
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "decided" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "decided" with translations into Greek
-
καθοριστική ψήφος
-
αποφασίζω · κρίνω
-
αποφαίνομαι · αποφασίζω · δέω · θεωρώ · καθορίζω · κρίνω
-
απόφαση
-
αιωρούμαι ανάμεσα σε...και... · αμφιταλαντεύομαι αν πρέπει να...ή να... · βρίσκομαι σε δίλημμα να...ή να · δεν μπορώ να καταλήξω αν... ή αν...
-
καθορίζω, εξακριβώνω, αποφασίζω
-
αποφασιζώ
-
αποφασίζω · κρίνω
Add example
Add