Translation of "declining" into Greek
φθίνουσα is the translation of "declining" into Greek.
declining
noun
verb
grammar
Present participle of decline. [..]
-
φθίνουσα
His health has begun to decline.
Η υγεία του είχε αρχίσει να φθίνει.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "declining" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "declining" with translations into Greek
-
άρνηση, απόρριψη προσφοράς
-
μείωση
-
σε παρακμή · σε πτώση · σε υποχώρηση
-
ξεπέφτω · παρακμάζω
-
Απόκλιση αστέρος · άρνηση · απόκλιση · απόκλιση αστέρος · κατάβαση · κατηφόρα · παρακμή
-
έκπτωση τών γνωστικών λειτουργιών · γνωστική εξασθένιση · ύφεση τής νοητικής λειτουργίας
-
μειώνεται · παίρνω τον κατήφορο · παρακμάζει · σε παρακμή · φθείρεται · χάνεται
-
Κλιση, πτωση ... to state or list the inflections of (a noun, adjective, or pronoun), or (of a noun, adjective, or pronoun) to be inflected for number, case, or gender · αποκλίνω · απομείωση · αποποιούμαι · αρνιέμαι · αρνούμαι · γέρνω · δύω · εκπίπτω · ελάττωση · εξασθένηση · κάμψη · κατάβαση · κατηφόρα · κατωφέρεια · κλίνω · μαρασμός · μειώνομαι · ξεπεσμός · παρακμάζω · παρακμή · πτωση-παρακμη, 2) αρνουμαι/refuse 3)κλινω προς κατι 4)κατηφορα 5) ελλατωση · πτώση · πτώση, αρνούμαι · υποβάθμιση · υποτονικότητα · φθίνω · ύφεση
Add example
Add