Translation of "dedicate" into Greek
αφιερώνω, εγκαινιάζω, δίνω are the top translations of "dedicate" into Greek.
dedicate
adjective
verb
grammar
(transitive) To set apart for a deity or for religious purposes; consecrate. [..]
-
αφιερώνω
verbHer father dedicated his life to science.
Ο πατέρας της αφιέρωσε τη ζωή του στην επιστήμη.
-
εγκαινιάζω
VerbChief Wiggum, Archbishop McGee, distinguished guests I'm pleased to dedicate this warning system.
Αρχηγέ Γουίγκαμ, Αρχιεπίσκοπε, διακεκριμένοι προσκεκλημένοι με χαρά εγκαινιάζω αυτό το σύστημα προειδοποίησης.
-
δίνω
verbA dream your mother and I dedicated our lives to preserve.
Eγώ και η μητέρα σου δώσαμε τη ζωή μας γι ́ αυτό το όvειρο.
-
καθιερώνω
verb
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "dedicate" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "dedicate" with translations into Greek
-
αποκλειστικός πόρος
-
Αποκλειστική πρόσβαση διαδικτύου
-
αποκλειστικό κύκλωμα
-
Αποκλειστικό κανάλι ελέγχου
-
Αποκλειστικές επικοινωνίες μικρής εμβέλειας
-
Αποκλειστικό κανάλι ελέγχου
-
Αφιερωματικό σημείωμα · αφιέρωση · αφοσίωση · εγκαίνια · θυρανοίξια · προσήλωση · υποχρέωση
-
Αποκλειστικό, φυσικό κανάλι ελέγχου
Add example
Add