Translation of "devastated" into Greek
συντετριμμένος, απαρηγόρητος, συγκλονισμένος are the top translations of "devastated" into Greek.
devastated
adjective
verb
grammar
Extremely upset and shocked. [..]
-
συντετριμμένος
I was devastated about what happened to Norah.
Ήμουν συντετριμμένος για αυτό που συνέβη στη Νόρα.
-
-
απαρηγόρητος
adjective -
συγκλονισμένος
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "devastated" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "devastated" with translations into Greek
-
που ερημώνει τα πάντα στο πέρασμά της.
-
αφανισμός · εξολόθρευση · εξόντωση · ερήμωση · καταστροφή · ρήμαξη · συντριβή · όλεθρος
-
καταστρεπτικος · καταστροφικός · ολέθριος · συγκλονιστικός · συνταρακτικός · συντριπτικός
-
καταστρέφω
-
αφανίζω · διαλύω · ερειπώνω · ερημώνω · ισοπεδώνω · καταβάλλω · καταθλίβω · καταρρακώνω · καταστενοχωρώ · καταστρέφω · ρημάζω · συντρίβω
Add example
Add