Translation of "dictate" into Greek

υπαγορεύω, υπαγόρευση, διαταγή are the top translations of "dictate" into Greek.

dictate verb noun grammar

An order or command. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • υπαγορεύω

    verb

    It shall be arranged as defined in this Annex unless individual test methods dictate otherwise.

    Πρέπει να είναι διατεταγμένο όπως ορίζεται στο παρόν παράρτημα, εκτός εάν επιμέρους μέθοδοι δοκιμής υπαγορεύουν διαφορετικά μέτρα.

  • υπαγόρευση

    noun

    Louis, I'm afraid you've made your last dictate to me as name partner.

    Λούις, φοβάμαι πως ήταν η τελευταία σου υπαγόρευση ως ονομαστικός εταίρος.

  • διαταγή

    noun feminine

    You violate that dictate, we kill your sweetheart.

    Παραβιάζεις αυτή τη διαταγή, σκοτώνουμε την αγάπη σου.

  • Less frequent translations

    • διατάσσω
    • επιταγή
    • προσταγή
    • επιβάλλω
    • προστάζω
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "dictate" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "dictate" with translations into Greek

  • Δικτάτορας · δικτάτορας · δυνάστης
  • υπαγορευμένος
  • λειτουργία υπαγόρευσης
  • λογισμικό Υπαγόρευσης
  • ακολουθώ τις επιταγές τής συνείδησής μου · κάνω ό,τι υπαγορεύει η συνείδησή μου · κρίνω κατά συνείδηση
  • διαταγή · ορθογραφία · υπαγόρευση
  • Δικτάτορας · δικτάτορας · δυνάστης
Add

Translations of "dictate" into Greek in sentences, translation memory