Translation of "diligence" into Greek
επιμέλεια, προκοπή, ταχυδρομική άμαξα are the top translations of "diligence" into Greek.
diligence
noun
grammar
(religion) One of the seven contrary virtues, opposite the vice of sloth. [..]
-
επιμέλεια
nounThere is no passage in paragraph 121 which appears to have recognised a particular diligence by the applicants.
Πράγματι, σε κανένα χωρίο της σκέψεως 121 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν φαίνεται να αναγνωρίζεται ιδιαίτερη επιμέλεια των αναιρεσειόντων.
-
προκοπή
Noun femininequalities of a hard worker, including conscientiousness, determination, perseverance
-
ταχυδρομική άμαξα
noun feminine
-
Less frequent translations
- εργατικότητα
- προσοχή
- φροντίδα
- φιλοπονία
- επίπονη προσπάθεια
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "diligence" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "diligence" with translations into Greek
-
επισταμένα
-
Προσήκων έλεγχος · δέουσα επιμέλεια · δέουσα φροντίδα
-
μέχρι να σε ελέγξω σωστά
-
δραστήριος · επιμελής · εργατικός · μελετηρός · φίλεργος · φιλόπονος
-
διαγνωστικός έλεγχος · προσήκων έλεγχος
-
δραστήριος · επιμελής · εργατικός · μελετηρός · φίλεργος · φιλόπονος
-
δραστήριος · επιμελής · εργατικός · μελετηρός · φίλεργος · φιλόπονος
-
δραστήριος · επιμελής · εργατικός · μελετηρός · φίλεργος · φιλόπονος
Add example
Add