Translation of "disapproving" into Greek
αρνητικός, αποδοκιμαστικός are the top translations of "disapproving" into Greek.
disapproving
adjective
verb
Present participle of disapprove. [..]
-
αρνητικός
adjectivepresent participle of disapprove
-
αποδοκιμαστικός
AdjectiveI hope I didn't sound too disapproving.
Ελπίζω να μην ακούστηκα πολύ αποδοκιμαστικός.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "disapproving" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "disapproving" with translations into Greek
-
διαφωνώ με αυτό που λες, αλλά θα υπερασπιστώ μέχρι θανάτου το δικαίωμά σου να το λες
-
απαρέσκεια · αποδοκιμασία · απόρριψη · δυσμένεια
-
απαξιώνω · αποδοκιμάζω · απορρίπτω · καταδικάζω
-
απαρέσκεια · αποδοκιμασία · απόρριψη · δυσμένεια
-
απαξιώνω · αποδοκιμάζω · απορρίπτω · καταδικάζω
-
απαξιώνω · αποδοκιμάζω · απορρίπτω · καταδικάζω
Add example
Add