Translation of "disconcerted" into Greek
αναστατωμένος is the translation of "disconcerted" into Greek.
disconcerted
adjective
verb
grammar
Past participle of disconcert [..]
-
αναστατωμένος
adjective masculineI left without a single thing, not even what was my own property, confused and disconcerted.
Έφυγα χωρίς να πάρω τίποτε μαζί μου, ούτε ακόμη και πράγματα που μου ανήκαν, αναστατωμένος και ζαλισμένος.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "disconcerted" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "disconcerted" with translations into Greek
-
αγχωτικός · ανησυχητικός · ενοχλητικός · συγκεχυμένος
-
αναστατώνω · απορυθμίζω · αποσυντονίζω · διαταράσσω · εξοργίζω · θολώνω · συγχίζω · συγχύζω · ταράζω · ταράσσω · φέρνω σε αμηχανία
-
αγχωτικός · ανησυχητικός · ενοχλητικός · συγκεχυμένος
-
αναστατώνω · απορυθμίζω · αποσυντονίζω · διαταράσσω · εξοργίζω · θολώνω · συγχίζω · συγχύζω · ταράζω · ταράσσω · φέρνω σε αμηχανία
Add example
Add