Translation of "disruptive" into Greek

ενοχλητικός, διασπαστικός, ταραξίας are the top translations of "disruptive" into Greek.

disruptive adjective grammar

Causing disrupt or unrest. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • ενοχλητικός

    adjective masculine

    They said our guy was a nuisance, but not disruptive enough to call the police.

    Είπαν ότι ο τύπος μας ήταν ενοχλητικός, αλλά όχι αρκετά ώστε να καλέσουν την αστυνομία.

  • διασπαστικός

    I knew he was quarrelsome and disruptive

    Τσακωνόταν εύκολα και ήταν διασπαστικός

  • ταραξίας

    He's a disruptive influence and he openly mocks me in front of the class.

    Είναι ταραξίας και με χλευάζει ανοιχτά μπροστά στη τάξη.

  • Less frequent translations

    • ταραχοποιός
    • διαιρετικός
    • αποδιοργανωτικός
    • ακατάστατος
    • ανατρεπτικός
    • απείθαρχος
    • που δημιουργεί προβλήματα
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "disruptive" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "disruptive" with translations into Greek

  • διαταρακτική καινοτομία
  • διακόπτω
  • Δίκτυο ανεκτικό σε διακοπές
  • επαναστατική τεχνολογία
  • Δίκτυο ανεκτικό σε καθυστερήσεις / διακοπές
  • αναστατώνω · αποδιοργανώνω · απορρυθμίζω · αποσυντονίζω · διακόπτω · διαλύω · διασπώ · εξαρθρώνω · κάνω σαμποτάζ σε · παρακωλύω · παραλύω · προκαλώ αναστάτωση σε · σαμποτάρω · υπονομεύω
  • σπάω τη μονοτονία
  • Διακοπή, διάσπαση
Add

Translations of "disruptive" into Greek in sentences, translation memory