Translation of "divisive" into Greek
διαιρετικός, διχαστικός, αμφιλεγόμενος are the top translations of "divisive" into Greek.
divisive
adjective
grammar
Having a quality that divides or separates [..]
-
διαιρετικός
adjectiveAs a result, moral and doctrinal issues remain as divisive as ever.
Ως αποτέλεσμα, τα ηθικά και τα δογματικά ζητήματα παραμένουν όσο διαιρετικά ήταν και στο παρελθόν.
-
διχαστικός
-
αμφιλεγόμενος
adjective masculineHe would be a controversial candidate at a time when the division needs rather to allay certain past conflicts."
Θα ήταν αμφιλεγόμενος υποψήφιος, σε μια εποχή που το τμήμα έχει μάλλον ανάγκη αμβλύνσεως ορισμένων εντάσεων του παρελθόντος."
-
Less frequent translations
- σχισματικός
- φατριαστικός
- που προκαλεί διχαστικό κλίμα
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "divisive" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "divisive" with translations into Greek
-
Πολυπλεξία διαίρεσης πακέτων
-
Πολλαπλή πρόσβαση διαίρεσης συχνότητας
-
Πολυπλεξία διαίρεσης συχνότητας
-
Πολλαπλή πρόσβαση διαίρεσης συχνότητας
-
Κέντρο καταμερισμού χρόνου
-
Πολλαπλή πρόσβαση διαίρεσης χώρου
-
Ορθογωνική διαίρεση συχνότητας
Add example
Add