Translation of "doomed" into Greek
αποτυχημένος, καταδικασμένος, μοιραίο να αποτύχει are the top translations of "doomed" into Greek.
doomed
adjective
verb
noun
grammar
Certain to suffer death, failure, or a similarly negative outcome. [..]
-
αποτυχημένος
-
καταδικασμένος
You are doomed, as are any humans that stand in our way.
Είσαι καταδικασμένος, όπως και όλοι οι άνθρωποι που μας αντιστέκονται.
-
μοιραίο να αποτύχει
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "doomed" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "doomed" with translations into Greek
-
αλίμονό μας! · καήκαμε! · πάμε χαμένοι!
-
ανάστα · αποκάλυψη · απόφαση · αφανισμός · ειμαρμένη · ημέρα της κρίσης · θάνατος · κακοτυχία · καταδίκη · καταδικάζω · καταδικαστική κρίση · καταστροφή · μοίρα · μοιραίο · ορίζω ποινή · τέλος του κόσμου · τραγική μοίρα · χαμός · χαντακώνω
-
προφητεία συμφοράς
-
Doom Metal
-
καταστροφολόγος, κινδυνολόγος
-
Ημέρα της Κρίσεως
-
καταθλιπτικό και ζοφερό σενάριο · καταστροφολογικό σενάριο
-
καταστροφολογία
Add example
Add