Translation of "doped" into Greek
ναρκωμένη, χαρμανιασμένος are the top translations of "doped" into Greek.
doped
adjective
verb
grammar
Drugged. [..]
-
ναρκωμένη
Well, she was doped the last time I saw her.
Ηταν ναρκωμένη την τελευταία φορά που την είδα.
-
χαρμανιασμένος
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "doped" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "doped" with translations into Greek
-
αναβολίζω · βερνίκι · βλάκας · βούρλο · μαριχουάνα · ναρκωτικό · ντοπάρω · ντόπα · πληροφορία · χόρτο
-
Οπτικός ενισχυτής-Ίνας πρόσμιξης έρβιου
-
Ενισχυτής, ίνας με πρόσμιξη πρασεοδύμιου
-
Ενισχυτής, ίνας με πρόσμιξη πρασεοδύμιου
-
Τρανζίστορ ετεροεπαφής με επιλεκτική πρόσμιξη
-
ντοπάρισμα · ντόπιγκ · ντόπινγκ
-
άτομο πρόσμιξης
-
ίνα με προσμίξεις νεοδυμίου
Add example
Add