Translation of "drive" into Greek

οδηγώ, πηγαίνω, πάω are the top translations of "drive" into Greek.

drive verb noun grammar

(transitive) To herd (animals) in a particular direction. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • οδηγώ

    verb

    operate (a wheeled motorized vehicle)

    I learned to drive when I was fifteen.

    Έμαθα να οδηγώ, όταν ήμουν δεκαπέντε.

  • πηγαίνω

    verb

    πηγαίνω

    Mom does most of the driving, because she thinks that Dad goes too slow.

    Πιο πολύ οδηγάει η μαμά, γιατί νομίζει πως ο μπαμπάς πάει πολύ αργά.

  • πάω

    verb

    I have unlimited mileage, I can drive anywhere.

    Δεν έχω όριο χιλιομέτρων, μπορώ να πάω όπου θέλω.

  • Less frequent translations

    • κίνηση
    • ορμή
    • ενεργητικότητα
    • άγω
    • οδηγός
    • ώθηση
    • διώκω
    • προωθώ
    • παρόρμηση
    • ωθώ
    • κινούμαι
    • αμαξάδα
    • αγρός
    • διαδρομή με όχημα
    • κινώ
    • κατευθύνω
    • εκστρατεία
    • τάση
    • παίρνω
    • επιδίωξη
    • παρασέρνω
    • παρασύρω
    • ένστικτο
    • συγκρότημα
    • φιλοδοξία
    • δυναμισμός
    • ζήλος
    • απωθώ
    • διαμορφώνω
    • δίψα
    • εξαναγκάζω
    • εξωθώ
    • ζωηρότητα
    • ώση
    • αυτoκινητάδα
    • εποχούμαι
    • ζορίζω
    • ορμέμφυτο
    • οχούμαι
    • σοφάρω
    • τροφοδοτώ
    • σπρώξιμο
    • αποκρούω
    • ζωντάνια
    • διαιωνίζω
    • ενθουσιασμός
    • συγκεντρώνω
    • αποτελώ καταλυτικό παράγοντα για
    • δείχνω την κατεύθυνση [+Γεν.]
    • δρόμος με αλέες
    • είμαι η κινητήρια δύναμη [+Γεν.]
    • επιδρώ καθοριστικά σε
    • ιδιωτικός δρόμος
    • καθορίζω την πορεία [+Γεν.]
    • καλλιεργώ
    • κινητήριος μηχανισμός
    • κινώ, ωθώ σε δράση
    • μονάδα δίσκου
    • ξεθεώνω στη δουλειά
    • παίζω καταλυτικό ρόλο σε
    • σπρώχνω
    • συμπεριφέρομαι
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "drive" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Translations with alternative spelling

Drive
+ Add

English-Greek dictionary

  • Οδηγώ

    I drive a black car.

    Οδηγώ ένα μαύρο αμάξι.

Images with "drive"

Phrases similar to "drive" with translations into Greek

Add

Translations of "drive" into Greek in sentences, translation memory