Translation of "driven" into Greek

αποφασισμένος is the translation of "driven" into Greek.

driven adjective verb grammar

Past participle of drive [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • αποφασισμένος

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "driven" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Translations with alternative spelling

Driven
+ Add

"Driven" in English - Greek dictionary

Currently, we have no translations for Driven in the dictionary, maybe you can add one? Make sure to check automatic translation, translation memory or indirect translations.

Phrases similar to "driven" with translations into Greek

  • σεξομανής
  • -κίνητος · -πνευστος · βασισμένος σε · κατευθυνομενος από · με γνώμονα το, τα
  • προγραμματισμός μέσω προσπάθειας
  • διεγειρόμενος, οδηγούμενος από συμβάντα
  • Δίκτυο εφοδιαστικής αλυσίδας, καθοδηγούμενο από τις απαιτήσεις
  • ηλεκτροκίνητος · μηχανοκίνητος
  • ηλεκτροκίνητος · μηχανοκίνητος
  • ακολουθώντας τον, την, το · αφορμώμενος από · εμπνέομαι από · εμφορούμαι από · εξαρτώμενος από · επηρεασμένος από · καθοδηγούμαι από · κυριαρχούμαι από · με αφορμή · με κίνητρο το · με τη βοήθεια [+Γεν.] · οδηγούμαι από · ορμώμενος από · που κινείται με · που κυνηγάει τον, την, το · που νιώθει την ανάγκη να · προκαλούμαι από · προωθούμενος από · τροφοδοτούμαι από · τροφοδοτούμαι μέσω · υπαγορεύεται από · υποκινούμενος από · ωθούμενος από
Add

Translations of "driven" into Greek in sentences, translation memory