Translation of "elaboration" into Greek
επεξεργασία, επέκταση, ανάπτυξη are the top translations of "elaboration" into Greek.
elaboration
noun
grammar
The act or process of producing or refining with labor; improvement by successive operations; refinement. [..]
-
επεξεργασία
noun feminineThis approval entails the voluntary elaboration of a plan of action at State level.
Η έγκριση αυτή συνεπάγεται την εκούσια επεξεργασία σχεδίου δράσης σε κρατικό επίπεδο.
-
επέκταση
noun feminine -
ανάπτυξη
noun feminineThe report drafted by Mr Sterckx elaborates on the effects of strong growth within the sector.
Η έκθεση του συναδέλφου κυρίου Sterckx υπογραμμίζει τις συνέπειες από τη σημαντική ανάπτυξη του τομέα.
-
Less frequent translations
- διεργασία
- τελειοποίηση
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "elaboration" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "elaboration" with translations into Greek
-
αναλύω
-
δίνω περισσότερες λεπτομέρειες · δαιδαλώδης · εκθέτω · εξεζητημένος · επεκτείνω (αναλυτικά) · επεξεργάζομαι · λεπτομερής · περίπλοκος · περίτεχνος · περιπλέκω · πιο αναλυτικά · πολυδαίδαλος · πολύπλοκος · υπεισέρχομαι σε λεπτομέρειες
-
Περίπλοκος, επεξεργάζομαι
-
εκπονώ πρότυπο
-
δίνω περισσότερες λεπτομέρειες · δαιδαλώδης · εκθέτω · εξεζητημένος · επεκτείνω (αναλυτικά) · επεξεργάζομαι · λεπτομερής · περίπλοκος · περίτεχνος · περιπλέκω · πιο αναλυτικά · πολυδαίδαλος · πολύπλοκος · υπεισέρχομαι σε λεπτομέρειες
Add example
Add