Translation of "eligibility" into Greek
εκλογιμότητα, αιρετότητα, εκλεξιμότητα are the top translations of "eligibility" into Greek.
The state, quality, or the fact of being eligible. [..]
-
εκλογιμότητα
noun femininequality of being eligible [..]
Responsibility and duties must be linked to rights and eligibility.
Οι ευθύνες και οι υποχρεώσεις θα πρέπει να συνδέονται με τα δικαιώματα και την εκλογιμότητα.
-
αιρετότητα
femininequality of being eligible
-
εκλεξιμότητα
feminineThe eligibility of educational institutions and types of schools is determined by the relevant authorities in each Member State participating in the programme.
Η εκλεξιμότητα των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και των τύπων σχολείων καθορίζεται από τις αρμόδιες αρχές κάθε κράτους μέλους που συμμετάσχει στο πρόγραμμα.
-
επιλεξιμότητα
The majority of them, however, affected the eligibility of the operations for Community financing.
Ωστόσο, ως επί το πλείστον πλήττουν την επιλεξιμότητα των πράξεων για κοινοτική χρηματοδότηση.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "eligibility" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "eligibility" with translations into Greek
-
κριτήριο επιλεξιμότητας
-
με δικαίωμα ψήφου
-
επιλέξιμη περιφέρεια
-
επιλέξιμη, αναγνωριζόμενη δαπάνη
-
πολίτης με δικαίωμα ψήφου
-
άξιος · έχω τα προσόντα, κατάλληλος · αρμόδιος · εκλέξιμος · ελεύθερος · επιλέξιμος · περιζήτητος · πληρώ τα κριτήρια · πολυπόθητος · που δικαιούται
-
επιλέξιμο έργο
-
αρμόδιο δικαστήριο