Translation of "eliminate" into Greek
εξαλείφω, διαγράφω, καθαρίζω are the top translations of "eliminate" into Greek.
eliminate
verb
grammar
(transitive) To completely destroy (something) so that it no longer exists. [..]
-
εξαλείφω
verb -
διαγράφω
verbCos it will give her a candidate to eliminate.
Γιατί μπορεί να διαγράψει έναν υποψήφιο.
-
καθαρίζω
verb
-
Less frequent translations
- αποβάλλω
- εξουδετερώνω
- καταργώ
- αφαιρώ
- απαλλάσσω
- εξοντώνω
- απαλείφω
- απεκκρίνω
- αφανίζω
- βγάζω από τη μέση
- θετώ εκτός (ανταγωνισμού)
- την εξάλειψη
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "eliminate" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Translations with alternative spelling
Eliminate
-
Εξαλείφω, απαλείφω
Phrases similar to "eliminate" with translations into Greek
-
παροχή στοιχειώδους παιδείας
-
απάλειψη · απαλοιφή · αποβολή · αποκλεισμός · διαγραφή · εξάλειψη · εξοβελισμός · εξουδετέρωση · κατάργηση
-
Τουρνουά νοκ-άουτ
-
Περιοριστής νεκρής ζώνης
-
Περιοριστής νεκρής ζώνης
-
νοκ-άουτ αγώνες
-
Κύκλωμα κατάργησης μπαταρίας
-
ο περιορίζων τη χρήση μπαταριών
Add example
Add