Translation of "emaciate" into Greek

αδυνατίζω, ρεύω are the top translations of "emaciate" into Greek.

emaciate verb grammar

(transitive) To make extremely thin or wasted [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • αδυνατίζω

    verb
  • ρεύω

    v. tr.

    β. εξαντλώ, εξασθενίζω κπ.: Tον έρεψε η πείνα. [ΛΚΝ]

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "emaciate" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "emaciate" with translations into Greek

  • αποστεωμένος · κάτισχνος · καχεκτικός · κοκαλιάρης · μούμια · πετσί και κόκαλο · που έχει γίνει όσιος · που έχει ρέψει · σκελετωμένος
  • αποστεωμένος · κάτισχνος · καχεκτικός · κοκαλιάρης · μούμια · πετσί και κόκαλο · που έχει γίνει όσιος · που έχει ρέψει · σκελετωμένος
  • αποστεωμένος · κάτισχνος · καχεκτικός · κοκαλιάρης · μούμια · πετσί και κόκαλο · που έχει γίνει όσιος · που έχει ρέψει · σκελετωμένος
Add

Translations of "emaciate" into Greek in sentences, translation memory