Translation of "emasculated" into Greek

αποδυναμωμένος, εξασθενισμένος, ευνουχισμένος are the top translations of "emasculated" into Greek.

emasculated adjective verb

Simple past tense and past participle of emasculate. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • αποδυναμωμένος

  • εξασθενισμένος

  • ευνουχισμένος

  • μουνουχισμένος

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "emasculated" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "emasculated" with translations into Greek

  • αποδυνάμωση · εξασθένιση · ευνουχισμός · ευνούχιση
  • ευνουχισμός
  • αποδυναμώνω · εξανδραποδίζω · εξασθενίζω · ευνουχίζω · μουνουχίζω
  • αποδυναμώνω · εξανδραποδίζω · εξασθενίζω · ευνουχίζω · μουνουχίζω
  • αποδυνάμωση · εξασθένιση · ευνουχισμός · ευνούχιση
  • αποδυναμώνω · εξανδραποδίζω · εξασθενίζω · ευνουχίζω · μουνουχίζω
  • αποδυνάμωση · εξασθένιση · ευνουχισμός · ευνούχιση
  • αποδυναμώνω · εξανδραποδίζω · εξασθενίζω · ευνουχίζω · μουνουχίζω
Add

Translations of "emasculated" into Greek in sentences, translation memory