Translation of "embarrassed" into Greek
αμήχανος, σε αμηχανία, σε δύσκολη θέση are the top translations of "embarrassed" into Greek.
embarrassed
adjective
verb
grammar
Having a feeling of shameful discomfort. [..]
-
αμήχανος
AdjectiveGone to bed, kissed hotly, but hung embarrassed and unable.
Μόλις την πλαγιάσατε, την φιλήσατε παθιασμένα, αλλά φανήκατε αμήχανος και ανήμπορος.
-
σε αμηχανία
Well, then, she's embarrassed because she's keeping something from you.
Τότε, είναι σε αμηχανία γιατί σου κρατάει κάτι κρυφό.
-
σε δύσκολη θέση
You embarrassed me with my firm. You embarrassed me with my clients!
Με'φερες σε δύκολη θέση με την εταιρεία μου, σε δύσκολη θέση με τους πελάτες μου!
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "embarrassed" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "embarrassed" with translations into Greek
-
γίνομαι ρόμπα
-
εξευτελίζω κπ ή κτ
-
εκθέτω · εμποδίζω · εξευτελίζω · κομπλάρω · ντροπιάζω · προσβάλλω · σαστίζω · στενοχωρώ · φέρνω σε αμηχανία · φέρνω σε δύσκολη θέση
-
ντροπιάζω
-
· αμήχανος · ενοχλητικό · ενοχλητικός · εξευτελιστικός · ντροπιαστικός · ξεφτίλα
-
αμηχανία · εξευτελισμός · ντροπή
-
· αμήχανος · ενοχλητικό · ενοχλητικός · εξευτελιστικός · ντροπιαστικός · ξεφτίλα
-
· αμήχανος · ενοχλητικό · ενοχλητικός · εξευτελιστικός · ντροπιαστικός · ξεφτίλα
Add example
Add