Translation of "eminently" into Greek

εξόχως, εξαιρετικά, κατεξοχήν are the top translations of "eminently" into Greek.

eminently adverb grammar

in an eminent or prominent manner [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • εξόχως

    adverb

    to a great degree

    Ladies and gentlemen, European integration is an eminently political affair.

    Κυρίες και κύριοι, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση είναι μια εξόχως πολιτική υπόθεση.

  • εξαιρετικά

    adverb

    Allow me to thank the Commission and the previous presidencies for these eminently collective efforts.

    Επιτρέψτε μου να ευχαριστήσω την Επιτροπή και τις προηγούμενες προεδρίες γι' αυτές τις εξαιρετικά συλλογικές προσπάθειες.

  • κατεξοχήν

    Let me therefore put forward some eminently political thoughts.

    Επιτρέψτε μου λοιπόν να σας καταθέσω ορισμένες κατεξοχήν πολιτικές σκέψεις.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "eminently" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "eminently" with translations into Greek

  • βολβός · εξόγκωμα οστού · υπεροχή · ύψωμα
  • διαπρεπής
  • αναγκαστική απαλλοτρίωση · απαλλοτρίωση
  • Περιμήκης Εξοχή
  • έγκριτος · έξοχος · διάσημος · διακεκριμένος · διαπρεπής · εξέχων · εξαίρετος · επιφανής · μεγάλος · περιβόητος · σημαίνων · σημαντικός · σπουδαίος · υψηλόβαθμος · φημισμένος · ψηλός
  • πρωτοκαθεδρία
  • έγκριτος · έξοχος · διάσημος · διακεκριμένος · διαπρεπής · εξέχων · εξαίρετος · επιφανής · μεγάλος · περιβόητος · σημαίνων · σημαντικός · σπουδαίος · υψηλόβαθμος · φημισμένος · ψηλός
  • βολβός · εξόγκωμα οστού · υπεροχή · ύψωμα
Add

Translations of "eminently" into Greek in sentences, translation memory