Translation of "encouraging" into Greek

ενθαρρυντικός, ενθάρρυνση are the top translations of "encouraging" into Greek.

encouraging adjective noun verb grammar

Present participle of encourage. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • ενθαρρυντικός

    It wouldn't hurt you if you would just be a little encouraging to her.

    Δε θα πάθαινες τίποτα αν ήσουν λιγάκι ενθαρρυντικός μαζί της.

  • ενθάρρυνση

    noun feminine

    In this context, potential measures could be envisaged in order to encourage these developments.

    Στο πλαίσιο αυτό θα μπορούσαν να προβλεφθούν πιθανά μέτρα για την ενθάρρυνση των εν λόγω εξελίξεων.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "encouraging" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "encouraging" with translations into Greek

  • εμψύχωση · ενθάρρυνση · παρακίνηση · παρότρυνση · προτροπή
  • βοηθώ · εγκαρδιώνω · εμψυχώνω · ενθαρρύνω · ενισχύω · καλλιεργώ · παρακινώ · παροτρύνω · προάγω · προτρέπω · προωθώ · συμπαραστέκομαι · συνιστώ · υποδαυλίζω · υποστηρίζω · ωθώ
  • ενθαρρύνω
  • βοηθώ · εγκαρδιώνω · εμψυχώνω · ενθαρρύνω · ενισχύω · καλλιεργώ · παρακινώ · παροτρύνω · προάγω · προτρέπω · προωθώ · συμπαραστέκομαι · συνιστώ · υποδαυλίζω · υποστηρίζω · ωθώ
  • ενθαρρύνω
  • βοηθώ · εγκαρδιώνω · εμψυχώνω · ενθαρρύνω · ενισχύω · καλλιεργώ · παρακινώ · παροτρύνω · προάγω · προτρέπω · προωθώ · συμπαραστέκομαι · συνιστώ · υποδαυλίζω · υποστηρίζω · ωθώ
  • βοηθώ · εγκαρδιώνω · εμψυχώνω · ενθαρρύνω · ενισχύω · καλλιεργώ · παρακινώ · παροτρύνω · προάγω · προτρέπω · προωθώ · συμπαραστέκομαι · συνιστώ · υποδαυλίζω · υποστηρίζω · ωθώ
  • βοηθώ · εγκαρδιώνω · εμψυχώνω · ενθαρρύνω · ενισχύω · καλλιεργώ · παρακινώ · παροτρύνω · προάγω · προτρέπω · προωθώ · συμπαραστέκομαι · συνιστώ · υποδαυλίζω · υποστηρίζω · ωθώ
Add

Translations of "encouraging" into Greek in sentences, translation memory