Translation of "endurance" into Greek
αντοχή, υπομονή, ανθεκτικότητα are the top translations of "endurance" into Greek.
The measure of a person's stamina or persistence. [..]
-
αντοχή
noun feminineA dance marathon is all about endurance, athleticism and dance.
Ένας μαραθώνιος χορού έχει να κάνει με αντοχή, αθλητισμό και χορό.
-
υπομονή
noun feminineTheir endurance and hard work in this unusual territory has brought them rich rewards.
Η υπομονή και το σκληρό τους έργο σε αυτόν τον ασυνήθιστο τομέα τούς έχει φέρει πλούσιες ανταμοιβές.
-
ανθεκτικότητα
Noun feminineThere's a basic old-school test for muscular strength and endurance.
Υπάρχει ένα βασικό τεστ από παλιά για τη μυϊκή δύναμη και ανθεκτικότητα.
-
καρτερικότητα
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "endurance" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Translations with alternative spelling
-
Αντοχή
I'm plenty strong enough but it's endurance that I need.
Είμαι αρκετά δυνατός Αντοχή χρειάζομαι.
Phrases similar to "endurance" with translations into Greek
-
ανέχομαι · αντέχω · υπομένω
-
αγάντα · αγαντάρω · ανέχομαι · αντέχω · βαστάω · δέχομαι · διαρκώ · εγκαρτερώ · επιβιώνω · κρατώ · τραβάω · υπομένω · υποφέρω · υφίσταμαι
-
μαραθώνιος
-
δοκιμή αντοχής
-
αδιάκοπος · αιώνιος · ακατάπαυστος · αντέχοντας · διαρκής · λερναίος · υπομένοντας
-
δρόμος αντοχής
-
όριο αντοχής
-
αγάντα · αγαντάρω · ανέχομαι · αντέχω · βαστάω · δέχομαι · διαρκώ · εγκαρτερώ · επιβιώνω · κρατώ · τραβάω · υπομένω · υποφέρω · υφίσταμαι