Translation of "enforced" into Greek
υποχρεωτικός is the translation of "enforced" into Greek.
enforced
adjective
verb
Simple past tense and past participle of enforce . [..]
-
υποχρεωτικός
adjective" Your income tax is a 100% voluntary tax, and your liquor tax is a 100% enforced tax.
" Ο φόρος εισοδήματος είναι 100% προαιρετικός φόρος, και ο φόρος οινοπνευματωδών είναι 100% υποχρεωτικός.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "enforced" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "enforced" with translations into Greek
-
εκτελώ · επιβάλλω · εφαρμόζω
-
αστυνομία · αστυνομικό προσωπικό · αστυνόμευση · ασφάλεια · διωκτικές αρχές · επιβολή του νόμου · εφαρμογή του νόμου
-
αναγκαστική μετανάστευση
-
επιβολή του νόμου περί μετανάστευσης
-
κλαδευτήρι
-
υπηρεσία δίωξης ναρκωτικών
-
επιβολή ασφάλειας
-
Υπηρεσία Ελέγχου Μετανάστευσης και Τελωνείων τών ΗΠΑ
Add example
Add