Translation of "entertain" into Greek
διασκεδάζω, ψυχαγωγώ, φιλοξενώ are the top translations of "entertain" into Greek.
entertain
verb
noun
grammar
(transitive) To amuse (someone); said especially of a professional entertainer. [..]
-
διασκεδάζω
verbSomebody who knows how to dress, entertain and to make friends.
Κάποια που να ξέρει να ντύνεται, να διασκεδάζει τον κόσμο και, να κάνει φίλους.
-
ψυχαγωγώ
verbI can't promise that I'll have any time for entertaining you, understand.
Δεν υπόσχομαι ότι θα έχω χρόνο να σε ψυχαγωγώ.
-
φιλοξενώ
verbOur neighbour Boythorn has been entertaining Mr John Jarndyce and the wards in Jarndyce
Ο γείτονάς μας Μπόιθορν φιλοξενούσε τον κύριο Τζάρνταϊς και τους κληρονόμους του Τζάρνταϊς.
-
Less frequent translations
- τέρπω
- τρέφω
- περιποιούμαι
- δεξιώνομαι
- διέπομαι
- διακατέχομαι
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "entertain" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "entertain" with translations into Greek
-
Επιτροπή χαρακτηρισμού ψυχαγωγικού λογισμικού
-
αυτός που φιλοξενεί κάποιον · διασκεδαστής · ηθοποιός · καλλιτέχνης · οικοδεσπότης · παρουσιαστής · ψυχαγωγικός
-
αστείος · διασκεδαστικός · ψυχαγωγικός
-
θεατρικό επάγγελμα · κόσμος θεατρικών επιχειρήσεων
-
διασκεδάζω
-
διασκέδαση · η φιλοξενία · θέαμα · φιλοξενία · ψυχαγωγία
-
Σύστημα ψυχαγωγίας με βίντεο
-
ψυχαγωγικές εκδηλώσεις
Add example
Add