Translation of "equipped" into Greek
διαθέτοντας, εξοπλισμένος are the top translations of "equipped" into Greek.
equipped
adjective
verb
Simple past tense and past participle of equip. [..]
-
διαθέτοντας
Several Member States made staff and equipment available for a specific period.
Συμμετείχαν πολλά κράτη μέλη, διαθέτοντας προσωπικό, για συγκεκριμένη χρονική διάρκεια και ορισμένες φορές επίσης και εξοπλισμό.
-
εξοπλισμένος
particleThe viewer has to be equipped with a satellite dish and a decoder.
Ο τηλεθεατής πρέπει να είναι εξοπλισμένος με δορυφορική κεραία και αποκωδικοποιητή.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "equipped" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "equipped" with translations into Greek
-
εξοπλισμός εργοστασίου (βιομηχανικής μονάδας)
-
σύστημα τηλεπικοινωνίας · τηλεπικοινωνιακό σύστημα
-
βασικός εξοπλισμός · μόνιμος εξοπλισμός
-
Τηλεπικοινωνιακός τερματικός εξοπλισμός
-
Εξοπλισμός αυτόματης τηλεγραφικής αναμετάδοσης
-
Εξοπλισμός διαχείρισης εύρους-ζώνης
-
κατασκευαστής εξοπλισμού
-
Εξοπλισμός κατά των παρεμβολών
Add example
Add