Translation of "esteemed" into Greek

διαπρεπής, ευυπόληπτος are the top translations of "esteemed" into Greek.

esteemed adjective verb grammar

respected, having respect or admiration from others. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • διαπρεπής

    adjective

    Don't say " esteemed. "

    Μην πείτε " διαπρεπής ".

  • ευυπόληπτος

    See the box “Gamaliel—Esteemed Among the Rabbis,” on page 41.

    Βλέπε το πλαίσιο «Γαμαλιήλ—Ευυπόληπτος Μεταξύ των Ραβίνων», στη σελίδα 41.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "esteemed" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "esteemed" with translations into Greek

  • αίσθημα αυτοεκτίμησης · αυτοεκτίμηση · αυτοθαυμασμός
  • αίσθημα αυτοεκτίμησης · αυτοεκτίμηση · αυτοσεβασμός
  • έχω σε μεγάλη υπόληψη
  • εκτιμησις
  • εκτιμώ · σέβομαι · υπολήπτομαι
  • αγαπώ · εκτίμηση · εκτιμώ · θαυμασμός · κάνω · καταξίωση · σέβομαι · σεβασμός · τιμώ · τρέφω εκτίμηση · τρέφω σεβασμό · υπολήπτομαι · υπόληψη
  • αγαπώ · εκτίμηση · εκτιμώ · θαυμασμός · κάνω · καταξίωση · σέβομαι · σεβασμός · τιμώ · τρέφω εκτίμηση · τρέφω σεβασμό · υπολήπτομαι · υπόληψη
Add

Translations of "esteemed" into Greek in sentences, translation memory