Translation of "evangelizer" into Greek
κήρυκας, κήρυκας τού ευαγγελίου are the top translations of "evangelizer" into Greek.
evangelizer
noun
grammar
One who evangelizes.
-
κήρυκας
2. αυτός που επιδιώκει τη διάδοση ορισμένων ιδεολογικών ή κοσμοθεωρητικών απόψεων: ~ του σοσιαλισμού / της αθεΐας / της ελευθερίας [ΛΚΝ]
-
κήρυκας τού ευαγγελίου
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "evangelizer" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "evangelizer" with translations into Greek
-
διάπυρος · ευαγγελικός · φλογερός
-
Ελληνική Ευαγγελική Εκκλησία
-
δόγμα τών Ευαγγελικών · ευαγγελικανισμός · ευαγγελικισμός · ευαγγελικός χριστιανισμός
-
κηρύττω
-
ευαγγέλιο
-
ευαγγελιστικό έργο · κήρυγμα τού ευαγγελίου
Add example
Add