Translation of "exaggeration" into Greek

υπερβολή, λαφαζανιά, διόγκωση are the top translations of "exaggeration" into Greek.

exaggeration noun grammar

The act of heaping or piling up. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • υπερβολή

    noun feminine

    act of exaggerating [..]

    It's no exaggeration when I say it's a matter of life and death.

    Δεν είναι υπερβολή όταν λέω ότι πρόκειται για ζήτημα ζωής και θανάτου.

  • λαφαζανιά

    noun
  • διόγκωση

    noun

    That method involved a significant exaggeration of the injury margins.

    Η μέθοδος αυτή οδήγησε σε υπερβολική διόγκωση των περιθωρίων της ζημίας.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "exaggeration" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "exaggeration" with translations into Greek

  • μεγαλοποιώ · υπερβάλλω
  • μεγαλοποιώ · παρακάνω · παραφουσκώνω · τα παραλέω · υπερβάλλω
  • ακραίος · διογκωμένος · εξεζητημένος · μεγαλοποιημένος · παραφουσκωμένος · τραβηγμένο από τα μαλλιά · υπέρμετρος · υπερβολικός · υπερτονισμένος
  • ακραίος · διογκωμένος · εξεζητημένος · μεγαλοποιημένος · παραφουσκωμένος · τραβηγμένο από τα μαλλιά · υπέρμετρος · υπερβολικός · υπερτονισμένος
  • μεγαλοποιώ · παρακάνω · παραφουσκώνω · τα παραλέω · υπερβάλλω
  • μεγαλοποιώ · παρακάνω · παραφουσκώνω · τα παραλέω · υπερβάλλω
Add

Translations of "exaggeration" into Greek in sentences, translation memory