Translation of "excitement" into Greek
συγκίνηση, έξαψη, ενθουσιασμός are the top translations of "excitement" into Greek.
excitement
noun
grammar
(uncountable) the state of being excited (emotionally aroused). [..]
-
συγκίνηση
noun feminineImagine the excitement our wares would cause, if included in opening celebration of the new arena.
Φανταστείτε τι συγκίνηση θα προκαλούσαν οι μονομάχοι μας αν συμμετείχαν στην εναρκτήρια τελετή για την καινούργια αρένα.
-
έξαψη
noun feminineI don't want to miss any of the excitement.
Αλλά δε θέλω να χάσω καθόλου από την έξαψη.
-
ενθουσιασμός
noun masculineThe fervour, the excitement that it inspires in young people.
Η θέρμη, και ο ενθουσιασμός που εμπνέει στους νέους.
-
Less frequent translations
- αναστάτωση
- αναταραχή
- διέγερση
- λαχτάρα
- ερεθισμός
- έντονες συγκινήσεις
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "excitement" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "excitement" with translations into Greek
-
Διάταξη διέγερσης εττικέτας
-
Γραμμική προλεκτική διεγειρόμενη από βιβλίο αλγεβρικών κωδίκων
-
Κωδικο-διεγειρόμενη γραμμική πρόλεξη
-
διεγερμένος · ενθουσιασμένος · εξημμένος · ερεθισμένος · περιχαρής · συναισθηματικός · όλο χαρά
-
διεγέρτης
-
ενθουσιάζω
-
Περιοριστής υπερδιέγερσης
-
Προηγμένη πολυζωνική διέγερση
Add example
Add