Translation of "exclusivity" into Greek
αποκλειστικότητα is the translation of "exclusivity" into Greek.
exclusivity
noun
grammar
The state of being exclusive [..]
-
αποκλειστικότητα
nounGet me exclusive rights to his death and you got a deal.
Δώσε μου την αποκλειστικότητα του θανάτου του και έκλεισε.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "exclusivity" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "exclusivity" with translations into Greek
-
κοινωνικός αποκλεισμός
-
αποκλεισμός · απομόνωση · εξαίρεση
-
αποκλειστική χρήση · αποκλειστικός · αποκλειστικότητα · απρόσιτος · εκλεκτικός · επιλεκτικός · ρεπορτάζ
-
αποκλειστικού ή
-
αποκλειστικότητα
-
αποκλειστικό στοιχείο
-
αποκλειστική διανομή
-
ζώνη αποκλεισμού
Add example
Add