Translation of "exempt" into Greek
εξαιρώ, απαλλάσσω, απαλλασσόμενος are the top translations of "exempt" into Greek.
One who has been released from something. [..]
-
εξαιρώ
verbThese were previously exempted from the social insurance obligation and did not earn any pension rights.
Οι εργαζόμενοι αυτοί παλαιότερα εξαιρούνταν από την υποχρέωση κοινωνικής ασφάλισης και δεν απολάμβαναν κανενός δικαιώματος συνταξιοδότησης.
-
απαλλάσσω
verbHungary exempts persons in this category from the visa requirement.
Η Ουγγαρία απαλλάσσει τα πρόσωπα της κατηγορίας αυτής από την υποχρέωση θεώρησης.
-
απαλλασσόμενος
adjective masculineFor years, it has been renting out those grass pitches to sports associations, exempt from VAT.
Για πολλά έτη εκμίσθωνε τα εν λόγω γήπεδα με χλοοτάπητα σε αθλητικούς ομίλους απαλλασσόμενος από τον ΦΠΑ.
-
απελευθερώνομαι
verb
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "exempt" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "exempt" with translations into Greek
-
απαλλαγή από φόρους
-
απαλλαγή · ελευθερία · εξαίρεση · εξαιρετική διάταξη
-
φορολογικές ελαφρύνσεις
-
απαλλάσω
-
φοροαπαλλαγή · φορολογική απαλλαγή
-
πιστοποιητικό απαλλαγής
-
εξαίρεση από έγκριση σύμπραξης
-
καθεστώς φορολογικής απαλλαγής