Translation of "exerciser" into Greek
όργανο is the translation of "exerciser" into Greek.
exerciser
noun
grammar
A person who exercises [..]
-
όργανο
nounThe Court has not excluded judicial review of the institutions’ exercise of their wide discretionary powers.
Το Δικαστήριο δεν αποκλείει τον δικαστικό έλεγχο της εκ μέρους των οργάνων άσκησης της ευρείας διακριτικής τους ευχέρειας.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "exerciser" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "exerciser" with translations into Greek
-
σημειωματάριο
-
εργοφυσιολόγος
-
άσκοπη ενέργεια · περιττή κίνηση
-
κομίζω γλαύκα εις Αθήνας
-
σημειωματάριο
-
άθληση · άσκηση · αθλούμαι · ασκούμαι · ασκώ · γυμνάζομαι · γυμνάζω · γυμναστική · εκγύμναση · εξάσκηση · εξασκώ · κάνω · πραγματοποιώ · τελετή · χρήση
-
άσκηση
-
ποδήλατο γυμναστικής
Add example
Add