Translation of "expand" into Greek
επεκτείνω, διαστέλλω, ξαπλώνω are the top translations of "expand" into Greek.
expand
verb
grammar
(transitive) To change (something) from a smaller form and/or size to a larger one. [..]
-
επεκτείνω
verbβ. διευρύνω, με αποτέλεσμα να καλύπτω περισσότερες περιπτώσεις: Επεκτείνεται η ισχύς του νόμου και σε άλλες κατηγορίες πολιτών. [ΛΚΝ]
I wish to expand my knowledge of humanity.
Για να επεκτείνω τις γνώσεις μου πάνω στην ανθρωπότητα.
-
διαστέλλω
verbSpace can expand and contract and warp without limit.
To σύμπαν μπορεί να διαστέλλεται και να συστέλλεται και να παραμορφώνεται χωρίς κανένα όριο.
-
ξαπλώνω
verb
-
Less frequent translations
- διευρύνω
- αναπτύσσω
- εκτείνω
- επεκτείνομαι
- εκθέτω
- ακμάζω
- αναπτύσσομαι
- διογκώνω
- εξαπλώνομαι
- ευδοκιμώ
- ευημερώ
- ογκούμαι
- εμπλουτίζω
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "expand" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Translations with alternative spelling
Expand
-
Επεκτείνω, διευρύνω
Phrases similar to "expand" with translations into Greek
-
διευρυμένη μορφή
-
Συμπιεστής-Διαστολέας
-
επεκτείνω
-
Συστολο-διαστολή
-
αναπτυγμένος · διευρυμένος · διογκωμένος
-
διαστολέας, κάρτα επέκτασης
-
διογκωμένο πολυαιθυλένιο
-
Διπολικό καλώδιο μόνωσης διογκωμένου πλαστικού
Add example
Add