Translation of "extention" into Greek
επέκταση, παράταση are the top translations of "extention" into Greek.
extention
noun
Common misspelling of extension. [..]
-
επέκταση
noun feminineAnd uphold justice to the full extent of the law.
Και θα επιβάλουμε δικαιοσύνη στην πλήρη επέκταση του νόμου.
-
παράταση
nounεπιμήκυνση χρόνου
The Commission is also proposing to extent the application of the Directive to the end of 2008.
Η Επιτροπή προτείνει επίσης την παράταση της εφαρμογής της οδηγίας μέχρι το τέλος του 2008.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "extention" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "extention" with translations into Greek
-
εν πολλοίς · σε μεγάλο βαθμό
-
έκταση · έκταση οπτικής γωνίας · βαθμός · μέγεθος
-
έκταση οπτικής γωνίας
-
στο βαθμό που
-
στο βαθμό που
-
εξαντλώντας κάθε περιθώριο τού νόμου · στο μέγιστο βαθμό που προβλέπει ο νόμος · στον υπέρτατο βαθμό τού νόμου
-
σε μεγάλο βαθμό
-
εξαντλώ κάθε περιθώριο τού · εξαντλώντας τα περιθώρια τού · μέχρι κεραίας · στο ακέραιο
Add example
Add