Translation of "factually" into Greek

αντικειμενικά, πραγματολογικά, στην πράξη are the top translations of "factually" into Greek.

factually adverb grammar

In a factual manner [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • αντικειμενικά

  • πραγματολογικά

  • στην πράξη

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "factually" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "factually" with translations into Greek

  • αντικειμενικός · πραγματικά · πραγματική · πραγματικό · πραγματικός · πραγματολογικός
  • πραγματικά δεδομένα · συγκεκριμένα (αποδεικτικά) στοιχεία · τεκμηριωμένα στοιχεία
  • αντικειμενικός · πραγματικά · πραγματική · πραγματικό · πραγματικός · πραγματολογικός
  • αντικειμενικός · πραγματικά · πραγματική · πραγματικό · πραγματικός · πραγματολογικός
Add

Translations of "factually" into Greek in sentences, translation memory