Translation of "fail" into Greek
αποτυγχάνω, παραλείπω, αποτυχαίνω are the top translations of "fail" into Greek.
fail
adjective
verb
noun
grammar
a failure, especially of a financial transaction [..]
-
αποτυγχάνω
verbSmike, you can only fail by not trying.
Smike, το μόνο που μπορεί να αποτύχει με το να μην προσπαθεί.
-
παραλείπω
verbThe Council fails to clarify the precise role of the public authority.
Το Συμβούλιο παραλείπει να διευκρινίσει τον ακριβή ρόλο της δημόσιας αρχής.
-
αποτυχαίνω
verb
-
Less frequent translations
- απορρίπτω
- εγκαταλείπω
- μένω
- παρατάω
- αποτυχία
- απογοητεύω
- διαψεύδω τις ελπίδες
- κόβομαι
- παύω να λειτουργώ
- χάλια
- καταψηφίζομαι
- αμελώ
- εκπίπτω
- χαλώ
- χρεοκοπώ
- χρεωκοπώ
- γκαντεμιά
- αδυνατίζω
- παραμελώ
- «κόβομαι» σε
- «κόβω»
- αποδεικνύομαι άχρηστος
- αχρηστεύομαι
- δεν καταφέρνω
- δεν λειτουργώ
- δεν πιάνω
- εξαντλούμαι
- εξασθενώ, εξασθενίζω
- μαραίνομαι
- νίλα
- ναυάγιο
- ναυαγώ
- πέφτω στο κενό
- πατάτα
- προδίδω (κπ, κτ)
- σκουριάζω
- στερεύω
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "fail" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Translations with alternative spelling
Fail
-
Αποτυγχάνω, ανεπιτυχής
Phrases similar to "fail" with translations into Greek
-
καταλήγω σε αδιέξοδο
-
ανεκπλήρωτη προφητεία
-
μένω πίσω
-
παραλείπω να αναφέρω
-
αποτυχαίνω στο τεστ
-
δεν καταφέρνω να προστατέψω · δεν μπορώ να προστατέψω · δεν προστατεύω · θέτω σε κίνδυνο · παραλείπω να προστατέψω
-
βεβαρημένη υγεία · επιδείνωση τής υγείας · κλονισμένη υγεία · προβλήματα υγείας · φθίνουσα υγεία
-
το θάρρος με εγκαταλείπει
Add example
Add