Translation of "fair" into Greek
δίκαιος, έκθεση, παζάρι are the top translations of "fair" into Greek.
fair
adjective
verb
noun
adverb
grammar
(literary or archaic) Beautiful, of a pleasing appearance, with a pure and fresh quality. [..]
-
δίκαιος
adjective masculinejust, equitable
I think Tom is fair.
Νομίζω ότι ο Τομ είναι δίκαιος.
-
έκθεση
noun feminineI'll keep that in mind for the next science fair.
Θα το έχω στο νου μου για την προσεχή έκθεση Φυσικής.
-
παζάρι
noun neuterI came to town with Laborit for the fair.
Ήρθα με το αφεντικό στην πόλη για να πάμε στο παζάρι.
-
Less frequent translations
- εύλογος
- πανηγύρι
- καλός
- λογικός
- τίμιος
- ωραίος
- υπέροχος
- αίθριος
- εξαίσιος
- αδέκαστος
- ακιλίδωτος
- ανοιχτόχρωμος
- αψεγάδιαστος
- ευγενικά
- καθαρός
- ξάστερος
- σαφής
- φανερός
- θεμιτός
- εμποροπανήγυρη
- αγορά
- ξανθός
- ανοιχτός
- αγαθός
- αδιάβλητος
- αμερόληπτος
- ακριβοδίκαιος
- αγνός
- πανυγήρι
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "fair" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Images with "fair"
Phrases similar to "fair" with translations into Greek
-
(disapproving) somebody who is only a friend when it is pleasant or advantageous for them, and stops being a friend when you are in trouble ... συμφεροντολογος φιλος · ευκαιριακός φίλος · συμφεροντολόγος φίλος · φίλος στις καλές στιγμές
-
το σωστό να λέγεται
-
δεν παίζω
-
μιλάω ευγενικά σε κάποιον
-
εμπορική έκθεση · εμποροπανήγυρη · παζάρι
-
καλοκαιρία
-
δεν είναι σωστό
-
το μερίδιο που μου αναλογεί
Add example
Add