Translation of "famed" into Greek

φημισμένος, διάσημος, περίφημος are the top translations of "famed" into Greek.

famed adjective grammar

having fame; famous or noted [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • φημισμένος

    adjective masculine

    Linnaeus, famed naturalist of the same century, believed that rabbits chewed the cud.

    Ο Λιναίος, φημισμένος φυσιοδίφης του ίδιου αιώνα, πίστευε ότι τα κουνέλια αναμασούσαν την τροφή.

  • διάσημος

    adjective

    I was good at boxing and won fame in the neighborhood.

    Ήμουν πολύ καλός πυγμάχος και διάσημος στην γειτονιά.

  • περίφημος

    Adjective
  • περικλεής

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "famed" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "famed" with translations into Greek

  • αίγλη · αναγνώριση · διασημότητα · δόξα · φήμη
  • Ταουφααχάου Τουπόου Δ’
  • εντάσω κπ στο πάνθεο [+Γεν.] · περνώ κπ στην αθανασία
  • δεκαπέντε λεπτά δημοσιότητας
  • μπορντέλο · μπουρδέλο · οίκος ανοχής · πορνείο
  • αίθουσα της δόξας · αίθουσα της φήμης · πάνθεον · το Πάνθεον (της ιστορίας, κ.ά.)
  • αίγλη · αναγνώριση · διασημότητα · δόξα · φήμη
Add

Translations of "famed" into Greek in sentences, translation memory