Translation of "fief" into Greek

φέουδο, Φεουδο ... An estate held by a person on condition of providing military service to a superior, τιμάριο are the top translations of "fief" into Greek.

fief noun grammar

An estate held of a superior on condition of military service. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • φέουδο

    noun neuter

    1) {ιστ.} Τμήμα γης που παραχωρούσε ο εκάστοτε κυρίαρχος ηγεμόνας σε ευγενείς (στη Δυτική Ευρώπη κατά το Μεσαίωνα και στην Ιαπωνία από τον 12ο αι. έως τον 19ο αι.), με σκοπό την εκμετάλλευση της περιοχής ώστε να εξασφαλίσει την αφοσίωση και την υπακοή τους καθώς και την προσφορά εκ μέρους τους στρατιωτικών υπηρεσιών (πρβ. τσιφλίκι1α, τιμάριο1) [ΜΗΛΝΕΓ]

    I've been appointed to become the master of arms of this fief.

    Μου ανέθεσαν να γίνω Δάσκαλος των όπλων σε αυτό το φέουδο.

  • Φεουδο ... An estate held by a person on condition of providing military service to a superior

  • τιμάριο

    1) {ιστ.} (στην Οθωμανική Αυτοκρατορία) Η μεγάλη αγροτική έκταση που παραχωρούνταν, χωρίς δικαίωμα κυριότητας, από τον σουλτάνο προς τους στρατιωτικούς αξιωματούχους, οι οποίοι απολάμβαναν τις προσόδους με αντάλλαγμα την παροχή στρατιωτικής υπηρεσίας προς τον σουλτάνο· μετά τον θάνατο του τιμαριούχου (ή τιμαριώτη) δε μεταβιβαζόταν αυτοδικαίως στους απογόνους του (πρβ. τσιφλίκι, φέουδο) [ΜΗΛΝΕΓ]

  • τσιφλίκι

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "fief" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Images with "fief"

Add

Translations of "fief" into Greek in sentences, translation memory