Translation of "fight" into Greek
αγώνας, πολεμώ, παλεύω are the top translations of "fight" into Greek.
(intransitive) To contend in physical conflict, either singly or in war, battle etc. [..]
-
αγώνας
noun masculineIt's a fight of all against all.
Αυτός είναι αγώνας όλων εναντίων όλων.
-
πολεμώ
verbto engage in combat [..]
While others were fighting for country and going without, this man thought he'd profit.
Ενώ κάποιοι πολεμούσαν και υπέφεραν, κάποιοι άλλοι ήθελαν να βγάλουν κέρδος.
-
παλεύω
verbEvery human being who fights for a good cause is a hero, Kristian.
Κάθε άνθρωπος που παλεύει για μια καλή αιτία είναι ένας ήρωας, Kristian.
-
Less frequent translations
- μάχομαι
- καταπολεμώ
- μάχη
- πόλεμος
- καβγάς
- τσακώνομαι
- μαλώνω
- αγωνίζομαι
- τσακωμός
- μποξ
- διένεξη
- κρουω
- έρχομαι στα χέρια
- πάλη
- παίζω ξύλο
- αντιμετωπίζω
- κόντρα
- αντιμάχομαι
- αντιτίθεμαι
- αποκρούω
- αντιπαλεύω
- καταπνίγω
- αντικρούω
- αγώνας πυγμαχίας
- αντιστέκομαι σε
- καταστέλλω
- ο καυγάς
- το τσάκωμα
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "fight" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Translations with alternative spelling
"Fight" in English - Greek dictionary
Currently, we have no translations for Fight in the dictionary, maybe you can add one? Make sure to check automatic translation, translation memory or indirect translations.
Images with "fight"
Phrases similar to "fight" with translations into Greek
-
αγωνιζόμενοι ενάντια · αγώνας · αντίσταση · η μάχη ενάντια σε · καταπολέμηση · καυγάς · μάχη · μαχόμενος · ξύλο · πυγμαχία
-
αποδύομαι
-
αγωνίζομαι να
-
πυρόσβεση
-
πιάσιμο στα χέρια · ρήξη · συμπλοκή
-
Πανελλήνιος Ένωσις Αγωνιζομένων Νέων
-
πέφτω μαχόμενος · πεθαίνω ηρωικά
-
δίνω μάχες οπισθοφυλακών · δίνω μάχη οπισθοφυλακής