Translation of "finding" into Greek

εύρημα, εύρεση, πόρισμα are the top translations of "finding" into Greek.

finding noun verb grammar

The results of research or an investigation. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • εύρημα

    noun

    There's a chance anything a private investigator finds could wind up in court.

    Είναι πιθανό τα ευρήματα των ιδιωτικών ντετέκτιβ να καταλήξουν στο δικαστήριο.

  • εύρεση

    noun

    May not be a good thing even if you can find him.

    Η εύρεση του μπορεί να μην είναι για καλό.

  • πόρισμα

    noun

    In addition, areas in which research findings may already be made public will be identified.

    Επιπλέον, πρέπει να εντοπισθούν χώροι που να επιτρέπουν την παρούσα διαφάνεια των πορισμάτων της έρευνας.

  • Less frequent translations

    • ανεύρεση
    • ανακαλύπτω
    • προσδιορισμός
    • καθορισμός
    • εύρεση, πόρισμα, διαπίστωση
    • σε αναζήτηση
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "finding" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "finding" with translations into Greek

  • εσωκλείστως σας αποστέλλω ...
  • δυσκολεύομαι να
  • βρες τον παπά
  • δεν το βρίσκω πουθενά
  • Find · αιχμαλωτίζω · ανακάλυψη · ανακαλύπτω · ανακαταλαμβάνω · ανακτώ · ανευρίσκω · αποφαίνομαι · βλέπω · βρίσκω · γνωμοδοτώ · διαπιστώνω · εντοπίζω · επανακτώ · εύρεση · εύρημα · θεωρώ · κρίνω · ξαναβρίσκω · συναντώ
  • γυρεύετε και θα βρείτε
  • ας δούμε · για να δούμε
Add

Translations of "finding" into Greek in sentences, translation memory