Translation of "fineness" into Greek

λεπτότης, λεπτότητα are the top translations of "fineness" into Greek.

fineness noun grammar

The ratio, in a precious metal, of the primary metal to any additives or impurities. [..]

+ Add

English-Greek dictionary

  • λεπτότης

    This Method is for determining the fineness of grinding of soft natural phosphates.

    Η παρούσα μέθοδος αφορά τον προσδιορισμό της λεπτότητας αλέσματος των μαλακών φυσικών φωσφορικών.

  • λεπτότητα

    noun feminine

    This Method is for determining the fineness of grinding of soft natural phosphates.

    Η παρούσα μέθοδος αφορά τον προσδιορισμό της λεπτότητας αλέσματος των μαλακών φυσικών φωσφορικών.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "fineness" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "fineness" with translations into Greek

  • επεξεργάζομαι λεπτομερώς
  • μια κομψή γυναίκα
  • · (έχει) καλώς · έξοχος · έστω · αίθριος · αγαθός · αγνός · διυλίζω · εκλεκτός · εκλεπτύνω · εντάξει · εξαίσιος · εξαιρετικός · επιβάλλω πρόστιμο · θαυμάσιος · καθαρίζω · καλά · κομψός · λεπτός · περίφημος · ποινικές ρήτρες · προστιμάρισμα · προστιμάρω · πρόστιμο · ραφινάρω · υπέροχος · φίνος · χρηματική ποινή · ψιλός · ωραία · ωραίος
  • εξετάζω σε βάθος · περνάω από ψιλή κρησάρα · περνάω κπ ή κτ από ψιλό κόσκινο · ψειρίζω · ψιλοκοσκινίζω
  • καλές τέχνες
  • λεπτόκοκκη(ος) σκόνη (κονιορτός)
  • λεπτό φίλτρο
  • δίνω πολλή σημασία σε
Add

Translations of "fineness" into Greek in sentences, translation memory