Translation of "flee" into Greek
φεύγω, δραπετεύω, φυγή are the top translations of "flee" into Greek.
flee
verb
grammar
(intransitive) To run away; to escape. [..]
-
φεύγω
verbto run away; to escape
You were personally forced to flee the battlefield, which is reprehensible.
Eσείς προσωπικά αναγκαστήκατε να φύγετε απ'το πεδίο της μάχης, πράξη η οποία είναι καταδικαστέα.
-
δραπετεύω
verbIf you flee, Holiness, you might never be able to return.
Αν δραπετεύσεις, Αγιότατε, μπορεί ποτέ να μην μπορέσεις να επιστρέψεις.
-
φυγή
nounI've got you for obstruction, for fleeing the scene, and now you're an accessory.
Σε συλλαμβάνω για παρακώλυση, φυγή από τόπο ατυχήματος, και τώρα είσαι και συνεργός.
-
Less frequent translations
- το βάζω στα πόδια
- ξεφεύγω
- εγκαταλείπω
- διασώζομαι από
- σώνομαι από
- διαφεύγω
- γλιτώνω
- πετώ
- ξεκουμπίζομαι
- διαφεύγω από
- καταφεύγω σε
- την κοπανάω
- το σκάω
- τρέπομαι σε φυγή
- φεύγω εσπευσμένα
- φεύγω κακήν κακώς
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "flee" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Images with "flee"
Phrases similar to "flee" with translations into Greek
-
εξαφανίζομαι από τον τόπο τού εγκλήματος · το βάζω στα πόδια
-
διαφεύγω από · προσπαθώ να γλυτώσω από · τρέχω (για) να γλιτώσω από · τρέχω να σωθώ από · φεύγω κυνηγημένος από
-
διαφεύγω σε καταφύγιο · σπεύδω σε καταφύγιο
-
φυγοδικία
-
ο σώζων εαυτόν σωθήτω · τρέξε να σωθείς · τρέχα να γλιτώσεις · όπου φύγει φύγει
-
φεύγω
-
απόδραση · κυνηγημένος από · φυγάς [+Γεν.] · φυγή
-
απόδραση · κυνηγημένος από · φυγάς [+Γεν.] · φυγή
Add example
Add