Translation of "flourishing" into Greek
ακμαίος, ανθηρός are the top translations of "flourishing" into Greek.
flourishing
adjective
noun
verb
grammar
Present participle of flourish. [..]
-
ακμαίος
adjective -
ανθηρός
Adjective
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "flourishing" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "flourishing" with translations into Greek
-
ανθίζω
-
ακμάζω · ακμή · ανθίζω · ανθώ · δονώ · επισείω · ευδοκιμώ · ευημερώ · θάλλω · καμπύλη · κραδαίνω · κόσμημα · λουλουδίζω · ουρά · πάλλω · σάλπισμα · φανφάρα
-
σε πλήρη άνθηση · στο ζενίθ του · στο φόρτε του
-
ακμάζω · ακμή · ανθίζω · ανθώ · δονώ · επισείω · ευδοκιμώ · ευημερώ · θάλλω · καμπύλη · κραδαίνω · κόσμημα · λουλουδίζω · ουρά · πάλλω · σάλπισμα · φανφάρα
-
ακμάζω · ακμή · ανθίζω · ανθώ · δονώ · επισείω · ευδοκιμώ · ευημερώ · θάλλω · καμπύλη · κραδαίνω · κόσμημα · λουλουδίζω · ουρά · πάλλω · σάλπισμα · φανφάρα
Add example
Add